Υπάρχουν ζητήματα που ξεπερνούν τα πολιτικά κόμματα και τα πρόσωπα, γιατί αγγίζουν τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας και των θεσμών της. Το ψευτοδίλημμα του Αλέξη Τσίπρα «ή εμείς ή κανείς» είναι αποκαλυπτικό μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία θεσμοί και τα πρόσωπα οφείλουν να περιστρέφονται γύρω από έναν ηγέτη. Πρωθυπουργός πρέπει να εκλεγεί ο ίδιος, κανένας άλλος.
Η ίδια αντίληψη αναδείχθηκε και στη στάση απέναντι στους εν ενεργεία βουλευτές που θα ήθελαν να συμμετάσχουν στον πολιτικό του φορέα. Η απαίτηση που διατυπώθηκε είναι σαφής: για να γίνουν δεκτοί, πρέπει προηγουμένως να παραιτηθούν από τη βουλευτική τους ιδιότητα, χωρίς διασφαλίσεις για συμμετοχή στα ψηφοδέλτια. «Δεν υπάρχουν θέσεις ρεζερβέ», ειπώθηκε και αυτό εμφανίστηκε ως πράξη πολιτικής ηθικής. Η πορεία, όμως, έδειξε ότι και θέσεις ρεζερβέ υπήρχαν και προκρατήσεις αναντίστοιχες της ισότιμης μεταχείρισης που ευαγγελίζεται ο πρώην πρωθυπουργός.
Όμως, το ζήτημα είναι βαθύτερο. Αφορά τη θέση του βουλευτή στο συνταγματικό μας πολίτευμα και τη σχέση του με τον πολίτη, το κόμμα και τον εκάστοτε αρχηγό. Κατά το άρθρο 51 του Συντάγματος, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος. Δεν είναι αντιπρόσωποι ενός κομματικού μηχανισμού ούτε υπάλληλοι του αρχηγού που τους συμπεριέλαβε σε ένα ψηφοδέλτιο. Το άρθρο 60 κατοχυρώνει το δικαίωμά τους στη γνώμη και στην ψήφο κατά συνείδηση. Γι’ αυτό η αποχώρηση ή η διαγραφή από ένα κόμμα δεν συνεπάγεται απώλεια της έδρας.
Η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι, βεβαίως, συνταγματικά επιτρεπτή. Πρέπει, όμως, να αποτελεί προϊόν της ελεύθερης βούλησης του βουλευτή. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε όρο πολιτικής υποταγής ή σε πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης. Άλλωστε, ο βουλευτής δεν εκλέγεται μόνο χάρη στο έμβλημα του κόμματός του. Οι πολίτες επιλέγουν και συγκεκριμένα πρόσωπα, αξιολογώντας την παρουσία, τη διαδρομή, την εργατικότητα και την προσφορά τους στον τόπο. Φυσικά, ούτε η έδρα αποτελεί προσωπική ιδιοκτησία του βουλευτή. Είναι δημόσια εντολή που ασκείται με λογοδοσία και επιστρέφει για κρίση στους πολίτες και μόνο σε αυτούς.
Η μαζική παραίτηση εν ενεργεία βουλευτών δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Οι παραιτούμενοι αντικαθίστανται από επιλαχόντες των ψηφοδελτίων με τα οποία εξελέγησαν και έτσι μπορεί να μεταβάλλονται οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί χωρίς νέα λαϊκή ψήφο. Αυτό δεν καθιστά την παραίτηση παράνομη. Καθιστά όμως θεσμικά επιπόλαιη την παρουσίασή της ως αυτονόητης και μοναδικά ηθικής επιλογής.
Πού βρίσκεται, αλήθεια, αυτή η συνταγματική επιφύλαξη στον σχεδιασμό του Αλέξη Τσίπρα; Δημιουργεί έναν νέο φορέα, επιλέγει ο ίδιος τα πρόσωπα «πρώτης γραμμής», ζητά από βουλευτές να παραιτηθούν και κατόπιν εκείνος και ένα διορισμένο διευθυντήριο αποφασίζουν αν είναι κατάλληλοι για να είναι υποψήφιοι.
Αυτό δεν είναι ισότητα αφετηρίας. Είναι ασυμμετρία εξουσίας. Είναι ο ορισμός του προσωποκεντρικού κόμματος. Άλλο η άρνηση προνομίων και άλλο η αξίωση παραίτησης. Άλλο η ισότιμη συμμετοχή και άλλο η απαίτηση να παραδώσει κάποιος πρώτα τη θεσμική του ιδιότητα για να περάσει από την κρίση του αρχηγού.
Οι αντιφάσεις αυτές γίνονται όλο και περισσότερο ορατές προϊόντος του χρόνου. Η δημοκρατία και η συλλογικότητα δεν διακηρύσσονται απλώς, αλλά πρέπει καθημερινά να αποδεικνύονται στην πράξη, τουλάχιστον από τα κόμματα που συγκροτούν τον προοδευτικό χώρο.
Το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης έχουν θέσει καθαρά ως εκλογικό στόχο την πρωτιά και μια κυβέρνηση πολιτικής αλλαγής με προοδευτικό προσανατολισμό. Και σε αυτή την κατεύθυνση ενώνω τις δυνάμεις μου, για να δοθεί στο ΠΑΣΟΚ ισχυρή λαϊκή εντολή και να είναι η ψήφος των πολιτών αυτή που θα διαμορφώσει τους πολιτικούς συσχετισμούς της επόμενης ημέρας.
Γιατί υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη διεκδίκηση της λαϊκής εντολής με σεβασμό στην ετυμηγορία των πολιτών, από τη μία πλευρά, και στην επιβολή προσωπικών όρων ως προϋποθέσεων για την πολιτική αλλαγή, από την άλλη. Στη δημοκρατία δεν προκαθορίζεις τη βούληση του λαού. Τη διεκδικείς και τη σέβεσαι.
Η πολιτική ηθική πρέπει να κρίνεται από τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την ανεξαρτησία της κρίσης και τον σεβασμό στους θεσμούς. Ένας βουλευτής μπορεί να κριθεί αυστηρά για τις επιλογές και τις αντιφάσεις του. Δεν μπορεί, όμως, να αντιμετωπίζεται ως κάτοχος μιας έδρας που ανήκει στον αρχηγό του κόμματος.
Η βουλευτική έδρα δεν είναι πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης. Είναι θεσμική εντολή που πηγάζει από τον λαό και επιστρέφει στον λαό για κρίση. Σε μια δημοκρατία δεν μπορεί να ισχύει ούτε «ή εμείς ή κανείς» ούτε «παραιτήσου και μετά θα αποφασίσω αν σε θέλω».
Η δημοκρατία αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η προσωπική αυθεντία και το Κοινοβούλιο οφείλει να παραμένει ισχυρότερο από κάθε αρχηγό.
ΥΓ. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο site της εφημερίδας Documento.